Ιστορία

Από τα στέμφυλα του τρύγου ως τον εθνικό θησαυρό της Κρήτης

Η τσικουδιά —ή «ρακή» όπως τη λένε οι Κρητικοί— είναι απόσταγμα στεμφύλων, δηλαδή των φλούδων, των κουκουτσιών και των υπολειμμάτων του σταφυλιού που μένουν μετά την παραγωγή κρασιού. Η παράδοση της απόσταξης στο νησί έχει ρίζες που φτάνουν στην περίοδο της Βενετοκρατίας, ανάμεσα στον 14ο και τον 17ο αιώνα, όταν η τέχνη της απόσταξης διαδόθηκε στη Μεσόγειο μέσα από εμπορικούς δρόμους και μοναστήρια.

Το όνομα «τσικουδιά» πιθανολογείται ότι προέρχεται από παλαιότερη λέξη για τα στέμφυλα ή τα κατάλοιπα του σταφυλιού, ενώ ο όρος «ρακή» έχει κοινή ρίζα με αντίστοιχα αποστάγματα της ευρύτερης ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Σε κάθε χωριό της Κρήτης μπορεί να ακούσετε και τα δύο ονόματα να χρησιμοποιούνται αδιακρίτως για το ίδιο ποτό.

Καζάνι τσικουδιάς, Κρήτη, 1920

Το καζάνι ως κοινωνικό γεγονός

Παραδοσιακά, η απόσταξη της τσικουδιάς δεν ήταν απλώς μια αγροτική εργασία αλλά μια γιορτή. Κάθε φθινόπωρο, μετά τον τρύγο, οι οικογένειες, φίλοι και γείτονες μαζεύονταν γύρω από το χάλκινο καζάνι —το «καζανιό»— για να αποστάξουν τα στέμφυλα που είχαν ζυμωθεί τις προηγούμενες εβδομάδες. Το «καζανέμα» κρατούσε συχνά όλη τη νύχτα, με φωτιά, κρασί, μεζέδες, τραγούδι και μαντινάδες να συνοδεύουν την αναμονή της πρώτης σταγόνας.

Αυτή η συλλογική διαδικασία λειτουργούσε και ως άτυπος θεσμός κοινωνικής συνοχής: γείτονες μαζεύονταν στο καζάνι, μοιράζονταν τη δουλειά και το απόσταγμα και η νύχτα του καζανέματος παρέμενε στη μνήμη του χωριού σαν μια από τις σημαντικότερες στιγμές του χρόνου.

Θέση στην κρητική φιλοξενία

Η τσικουδιά είναι σχεδόν συνώνυμη με την κρητική φιλοξενία. Προσφέρεται ως καλωσόρισμα στο σπίτι, συνοδεύει το πρωινό καφέ σε πολλά χωριά, κλείνει ένα γεύμα στην ταβέρνα —συχνά κερασμένη από τον ίδιο τον ταβερνάρη— και είναι σταθερό στοιχείο γάμων, βαφτίσεων και πανηγυριών. Η φράση «ρακή κι αγάπη» αποδίδει καλά αυτή τη σύνδεση ανάμεσα στο ποτό και στη γνήσια φιλοξενία.